Λιβαδική Βλάστηση

Λιβαδική Βλάστηση  

Κάλυψη γης

Στο λιβάδι της Κωστηλάτας, σύμφωνα με την κατάταξη του προγράμματος Corine Land Cover 2000 (Χάρτης 1), απαντώνται οι εξής έξι (6) κατηγορίες κάλυψης γης:

 

Κωδικός Corine 2000 LC Περιγραφή Έκταση (στρεμ.) %
243 Γη που χρησιμοποιείται κυρίως για γεωργία μαζί με σημαντικά τμήματα φυσικής βλάστησης 0,8 0,01
321 Φυσικοί βοσκότοποι 2.046,4 20,98
323 Σκληροφυλλική βλάστηση 3.241,0 33,22
324 Μεταβατικές δασώδεις και θαμνώδεις εκτάσεις 267,9 2,75
332 Απογυμνωμένοι βράχοι 410,7 4,21
333 Εκτάσεις με αραιή βλάστηση 3.788,2 38,83
Σύνολο 9.754,9 100,00

 

Από τις κατηγορίες αυτές, το 43,04% εντάσσεται στις εκτάσεις με καθόλου ή/και αραιή βλάστηση, το 35,97% στις εκτάσεις με θαμνώδη βλάστηση και το 20,99% στις εκτάσεις με ποώδη βλάστηση.

Με βάση την επεξεργασία πρόσφατης (2013) δορυφορικής εικόνας πολύ υψηλής ανάλυσης, πραγματοποιήθηκε η ταξινόμηση της κάλυψης γης σε τέσσερις (4) κύριες κατηγορίες (Χάρτης 2, Γράφημα 1):

 

Τύπος κάλυψης Έκταση
(στρεμ.) (%)
(i) Δάσος 540 5,5
(ii) Γυμνό έδαφος / Αραιή βλάστηση 2.662 27,3
(iii) Θαμνώδης βλάστηση 138 1,4
(iv) Ποώδης βλάστηση 6.415 65,8
Σύνολα 9.755 100,0

 

Χλωριδική Σύνθεση

Στην περιοχή της Κωστηλάταςβρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν ενενήντα τέσσερα (94) φυτικά είδη (Πίνακας 1) τα οποία ανήκουν σε είκοσι έξι (26) οικογένειες (Πίνακας 2).

 
  

Όλα τα φυτικά είδη που βρέθηκαν ανήκουν στην φωτοσυνθετική διαδρομή των C3 φυτών. Με βάση τον κύκλο ζωής τα φυτικά αυτά είδη κατατάσσονται κατά 74,5% στα πολυετή, κατά 21,3% στα ετήσια και κατά 4,2% στα διετή φυτά.

Λαμβάνοντας υπόψη την αυξητική τους μορφή, τα φυτικά είδη ανήκουν κατά 66% στα ημικρυπτόφυτα, κατά 18,1% στα θερόφυτα, κατά 13,8% στα γεώφυτα και κατά 2,1% στα χαμαίφυτα (Γράφημα 2).

 

Σύνθεση Βλάστησης

Στο λιβάδι της Κωστηλάτας επικρατούν τα αγρωστώδη (68,7%) και ακολουθούν τα πλατύφυλλα (20,2%) και τα ψυχανθή (11,1%). Τα αγρωστώδη εμφανίζουν αυξητική τάση από τον Μάιο προς τον Ιούλιο, ενώ τα ψυχανθή και τα λοιπά πλατύφυλλα αρνητική (Γράφημα 3).

 

Λιβαδική Παραγωγή

Η συνολική λιβαδική παραγωγή παρουσίασε διακύμανση κατά τη διάρκεια της περιόδου Μαΐου – Οκτωβρίου
(Γράφημα 4): την περίοδο Μαΐου – Ιουνίου αυξάνει προοδευτικά σημειώνοντας μέγιστη τιμή το τέλος του Ιουνίου (163,1 χλγ. ξηράς ουσίας ανά στρέμμα) και εν συνεχεία σημειώνει πτώση και εμφανίζει τάση σταθεροποίησης μετά τις πρώτες βροχοπτώσεις του Σεπτεμβρίου.

Η συνολική λιβαδική παραγωγή βασίζεται στην επιμέρους παραγωγή των αγρωστωδών, των ψυχανθών και των λοιπών πλατύφυλλων ειδών, η διακύμανση της οποίας απεικονίζεται στο Γράφημα 5.

 

Ποιοτικά Χαρακτηριστικά Λιβαδικής Παραγωγής

Τα βασικότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά της λιβαδικής παραγωγής είναι η περιεκτικότητά της σε Αζωτούχες Ουσίες (ΑΟ), Ινώδεις Ουσίες (NDF & ADF) καθώς και στα ανόργανα στοιχεία ασβέστιο (Ca) και φωσφόρο (P).

Η περιεκτικότητα σε Αζωτούχες Ουσίες (ΑΟ) θεωρείται σημαντικός δείκτης της ποιότητας της λιβαδικής παραγωγής αλλά και των κλιματικών συνθηκών κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των φυτών. Η μειωμένη περιεκτικότητα σε ΑΟ μπορεί να μειώσει την πρόσληψη της τροφής από τα ζώα και επομένως να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη και την παραγωγή τους.

Η περιεκτικότητα της ξηράς ουσίας σε ΑΟ όλων των βοτανικών ομάδων (Γράφημα 6) παρουσίασε βαθμιαία σημαντική μείωση από τον Μάιο έως και το Σεπτέμβριο και εμφάνισε υψηλότερη τιμή μετά τις πρώτες βροχές του Σεπτεμβρίου όπου υπήρξε αναβλάστηση.

Δεδομένου ότι οι ανάγκες συντήρησης σε Αζωτούχες Ουσίες (ΑΟ)των προβατίνων μέσου σωματικού βάρους 50 kgανέρχονται σε 95 g/kg τροφής, φαίνεται ότι η λιβαδική παραγωγή όλων των βοτανικών ομάδων καλύπτει τις ανάγκες συντήρησης των ζώων το διάστημα Μαΐου – Ιουλίου, ενώ δεν τις καλύπτει το διάστημα Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου, με εξαίρεση τα ψυχανθή όπου τον Οκτώβριο παρουσιάζουν υψηλή (21,9%) περιεκτικότητα σε αζωτούχες ουσίες.

Η μεταβολή της περιεκτικότητας της λιβαδικής παραγωγής σε Ινώδεις Ουσίες (NDF & ADF) κατά βάση απεικονίζει την αντίθετη τάση της περιεκτικότητας σε Αζωτούχες Ουσίες. Η περιεκτικότητα της λιβαδικής παραγωγής σε NDF & ADF αυξάνει σε όλες τις βοτανικές ομάδες κατά τη διάρκεια της περιόδου Μαΐου – Ιουλίου (Γράφημα 7 & Γράφημα 8), δηλαδή το διάστημα όπου χαρακτηρίζεται από μείωση των βροχοπτώσεων και αύξηση της μέσης μηνιαίας θερμοκρασίας του αέρα (δες κλιματικά στοιχεία).

Στη διατροφή των αγροτικών ζώων, είναι πολύ σημαντικό η περιεκτικότητα σε NDF της λιβαδικής παραγωγήςνα μην είναι μεγαλύτερη από το όριο των 600 g/kg. Τιμές άνω του ορίου αυτού είναι υπεύθυνες για τη μείωση της πρόσληψης ξηράς ουσίας λόγω πλήρωσης της μεγάλης κοιλίας, με ανεπιθύμητες επιδράσεις στην παραγωγή των αγροτικών ζώων.

Σε όλες τις βοτανικές ομάδες η περιεκτικότητα της βοσκήσιμης ύλης σε NDF δεν υπερέβη το όριο των 600 g/kg (Γράφημα 7), ενώ το βέλτιστο επίπεδο σε περιεκτικότητα σε NDF σημειώθηκε το δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου.

Το ασβέστιο (Ca) και ο φωσφόρος (P) είναι από τα σπουδαιότερα ανόργανα στοιχεία για την ανάπτυξη τόσο των φυτών όσο και του ζωικού σώματος. Η διαθεσιμότητά τους στη λιβαδική παραγωγή είναι πολύ σημαντική και επηρεάζεται από την εποχή και από το στάδιο ωρίμανσης των φυτών.

Η περιεκτικότητα σε ασβέστιο σημείωσε τη μέγιστη τιμή τον μήνα Ιούνιο σε όλες τις βοτανικές ομάδες και κυμάνθηκε από 7,68 g/kg Ξηράς Ουσίας στα αγρωστώδη έως 10,63 g/kg Ξηράς Ουσίας στα ψυχανθή (Γράφημα 9), ενώ η περιεκτικότητας σε φωσφόρο (P) μειώνεται βαθμιαία από τον Μάιο προς τον Ιούλιο σε όλες τις βοτανικές ομάδες (Γράφημα 10).

Οι ελάχιστες ανάγκες συντήρησης σε ασβέστιο (Ca) και φωσφόρο (P) μιας προβατίνας ζώντος βάρους 50 kg ανέρχονται σε 2 g/kg και 1,6 g/kg Ξηράς Ουσίας, αντίστοιχα. Επομένως, η λιβαδική παραγωγή είναι επαρκής για να ικανοποιήσει τις ανάγκες συντήρησης σε ασβέστιο (Ca) και φωσφόρο (P) των προβάτων σε όλη την περίοδο βόσκησης, από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο, με εξαίρεση τα ψυχανθή κατά το δίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου όπου η περιεκτικότητα σε (P) κυμάνθηκε κάτω από 1,55 g/kg Ξηράς Ουσίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διατροφή των αγροτικών ζώων έχει η σχετική αναλογία ασβεστίου προς φωσφόρο στο χόρτοβοσκής, με την υψηλή αναλογία ασβεστίου προς φωσφόρο να έχει επιβλαβείς επιδράσεις στην ανάπτυξη και την υγεία των ζώων. Η βέλτιστη αναλογία Ca:P στο χόρτο βοσκής εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 1:1 έως 2:1. Μεγαλύτερη αναλογία μπορεί να είναι τόσο επιβλαβής όσο αυτή που προκαλείται από την ανεπάρκεια καθενός από τα ανόργανα στοιχεία.

Τα αποτελέσματα της έρευνας (Γράφημα 11) δείχνουν ότι η αναλογία Ca:P ήταν υψηλότερη από την επιθυμητή αναλογία στις βοτανικές ομάδες των ψυχανθών και των λοιπών πλατύφυλλων ειδών σε όλη τη διάρκεια της περιόδου. Στα αγρωστώδη η αναλογία ήταν εντός του συνιστώμενου ορίου μόνο κατά τον μήνα Μάιο, ενώ το επόμενο δίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου κυμάνθηκε οριακά πάνω από την τιμή του 2. Με βάση αυτό είναι πιθανό να εμφανιστούν επιβλαβείς μεταβολικές δυσλειτουργίες στα ζώα που θα βοσκήσουν στο λιβάδι της περιοχής την περίοδο μετά τον Μάιο, γεγονός που υποδηλώνει την ανάγκη χορήγησης συμπληρωματικής πηγής ανόργανων στοιχείων.